συσσίτιον


συσσίτιον
общий обед (сотрапезничество граждан в Спарте)

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "συσσίτιον" в других словарях:

  • συσσίτιον — συσσί̱τιον , συσσίτιον common meal neut nom/voc/acc sg συσσιτέω mess with imperf ind act 3rd pl (doric) συσσιτέω mess with imperf ind act 1st sg (doric) συσσιτέω mess with imperf ind act 3rd pl (doric) συσσιτέω mess with imperf ind act 1st sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συσσιτίοις — συσσῑτίοις , συσσίτιον common meal neut dat pl συσσῑτίοις , συσσίτιον common meal masc/fem/neut dat pl συσσιτέω mess with pres opt act 2nd sg (doric) συσσιτέω mess with pres opt act 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συσσιτίων — συσσῑτίων , συσσίτιον common meal neut gen pl συσσῑτίων , συσσίτιον common meal masc/fem/neut gen pl συσσιτέω mess with pres part act masc nom sg (doric) συσσιτέω mess with pres part act masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συσσίτιο — Έτσι ονομάζονταν τα κοινά δημόσια γεύματα στη Σπάρτη και στην Κρήτη, στα οποία παίρνανε μέρος μόνο άντρες. Στη Σπάρτη, όλοι οι Σπαρτιάτες που είχαν συμπληρώσει το εικοστό έτος της ηλικίας τους, ήταν υποχρεωμένοι να παρευρίσκονται στα δημόσια αυτά …   Dictionary of Greek

  • Φιλαδελφεύς — Επώνυμο 3 λογίων και επιστημόνων. 1. Χρίστος (1808 – 1892). Μεταφραστής, συγγραφέας και εκδότης. Καταγόταν από τη Φιλαδέλφεια της Μικράς Ασίας και σπούδασε στη Σμύρνη, όπου αργότερα διετέλεσε διευθυντής παρθεναγωγείου. Από εκεί πήγε στην Κέρκυρα… …   Dictionary of Greek

  • ξυσσιτίου — συσσῑτίου , συσσίτιον common meal neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξυσσιτίῳ — συσσῑτίῳ , συσσίτιον common meal neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξυσσίτια — συσσί̱τια , συσσίτιον common meal neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συσσιτίου — συσσῑτίου , συσσίτιον common meal neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συσσιτίωι — συσσῑτίῳ , συσσίτιον common meal neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συσσιτίῳ — συσσῑτίῳ , συσσίτιον common meal neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)